Συνδρομή

horiatika.press@gmail.com

Θοδωρής Γεωργακόπουλος: «Όλοι είμαστε από ένα χωριό»

Συνέντευξη από τον συγγραφέα του βιβλίου “Το Μικρό Πάπιγκο”

Ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος, δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου “Το Μικρό Πάπιγκο”, μοιράζεται μαζί μας την έμπνευση της ιστορίας του βιβλίου του, τις αναμνήσεις από το χωριό του, καθώς και την δική του οπτική για την ζωή στο χωριό.

Μερικές φορές, οι πιο όμορφες ιστορίες δεν ξεκινούν από σχέδιο, αλλά από μια λάθος στροφή στον δρόμο. Κάπως έτσι γεννήθηκε “Το Μικρό Πάπιγκο” του Θοδωρή Γεωργακόπουλου: μέσα σε ένα αυτοκίνητο, στα βουνά, χωρίς σήμα και χωρίς βεβαιότητες, ως μια ιστορία ειπωμένη για να περάσει η ώρα και να καθησυχάσει δύο παιδιά στο πίσω κάθισμα. Η ιστορία ενός πολύ μικρού χωριού που ονειρεύεται να γίνει κάτι άλλο (η Νέα Υόρκη συγκεκριμένα!) δε μένει μόνο στην παιδική φαντασία. Αγγίζει τη σχέση των χωριών με τις πόλεις, την ταυτότητα και τις προσδοκίες. Εκείνη η αυθόρμητη αφήγηση έγινε βιβλίο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ντυμένο με μοναδικές εικόνες από τη Μαριάνα Ρίο. Σε μια περίοδο όπου η συζήτηση για τα χωριά επανέρχεται, με την ελπίδα ότι οι πολιτικές και οι πρωτοβουλίες για την ύπαιθρο θα αποκτήσουν βάθος και διάρκεια, συνομιλούμε με τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο για τα βιβλία, τα χωριά και την επιστροφή σε αυτά.

Αναφέρετε συχνά μικρούς τόπους, τι είναι αυτό που σας τραβάει σε αυτούς;

Δεν ξέρω ακριβώς. Οι γονείς μου κατάγονται από χωριά αν και γνωρίστηκαν στην Αθήνα. Εμείς γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην Αθήνα, ωστόσο σε αυτή τη χώρα και σε αυτή την κοινωνία που ζούμε, είμαστε όλοι από χωριό. Ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που είναι πάππου προς πάππου από Αθήνα και ξέρουν μόνο μεγάλες πόλεις, ακόμα και για αυτούς η Αθήνα
μόλις πριν από μερικές δεκαετίες ήταν χωριό, μια πολύ μικρή πόλη. Οπότε οι άνθρωποι που έχουν εντελώς αστικές καταβολές είναι σχετικά λίγοι. Οι περισσότεροι από μας είμαστε από χωριό και έχουμε εμπειρίες και εικόνες από χωριό. Οι περισσότερες γενιές είχαμε μεγάλες οικογένειες με παππούδες και γιαγιάδες που έφτασαν να ζουν μεγάλες ζωές και κρατήσαμε μαζί τους επαφές. Συνεπώς, έχω αναμνήσεις από όλες τις εποχές στο χωριό, οι οποίες λίγο ή πολύ διαμόρφωσαν όλους τους ανθρώπους αυτής της γενιάς. Οι επόμενες γενιές δεν ξέρω τι σχέσεις θα έχουν με τους μικρούς τόπους, τα μικρά χωριά και τις μικρές πόλεις, καθώς δε πηγαίνουν, π.χ. κάθε Πάσχα και καλοκαίρι στο χωριό. Αυτό είναι κάτι που δεν είναι απαραίτητα
κακό αφού κάθε γενιά είναι διαφορετική, ωστόσο για εμάς αυτή η εικόνα του χωριού υπήρχε ζωντανή. Παράλληλα βέβαια υπήρχε ως εικόνα ενός τόπου που φθίνει, αφού βλέπαμε τα
παιδιά να φεύγουν και τα σχολεία να κλείνουν. Βέβαια, κάποια στιγμή αυτή η φθορά σταμάτησε υπάρχουν καλύτερες υποδομές και περισσότερος κόσμος, καλύτεροι δρόμοι για να πας και πλέον δεν είναι ένα μέρος που φθίνει.

Τι είναι αυτό που σας λείπει από εκείνο το χωριό και γενικά από τα χωριά σήμερα;

Από το παλιό χωριό δε λείπει τίποτα. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ η εξέλιξη των των χωριών σήμερα, γιατί έχουν διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα, γιατί έχουν σπίτια πέτρινα που έναν αιώνα δεν πέφτουν και δεν παθαίνουν τίποτα. Είναι πολύ καλά μονωμένα, έχουν τις μυρωδιές και την εγγύτητα της φύσης. Σε πολύ μεγάλο βαθμό κρατάνε παραδόσεις και γιορτές, οπότε αυτό το κομμάτι δεν έχει χαθεί.

Η απόσταση από τα αστικά κέντρα έχει βελτιωθεί και μάλιστα ραγδαία, κατά τη γνώμη μου. Υπάρχουν, βέβαια, πάρα πολλοί μικροί τόποι οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν πολλές οικονομικές δυσκολίες αλλά βλέπω και πολλούς άλλους να αναπτύσσουν τις συνδέσεις και τις επαφές με τα μεγαλύτερα μέρη, είναι πιο εύκολη η πρόσβαση. Πιστεύω ότι έχουν “μολυνθεί” με ιδέες και απόψεις, οι οποίες παλιά ήταν σαν άσυλο, ήταν σαν οι μικροί τόποι να έχουν τα προβλήματα και τη διαφορετική νοοτροπία και οι πόλεις να είναι πιο προοδευτικές, οπότε ένα παιδί το οποίο έχει καινούργιες ιδέες και απόψεις και θέλει να εξελίξει τη σκέψη του έπρεπε να πάει εκεί.

Αυτό που έχω δει τις τελευταίες δεκαετίες είναι ένα μεγαλύτερο δέσιμο ανάμεσα στην επαρχία και την πόλη. Ίσως επειδή βλέπω και περισσότερα μέρη, μικρά, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ήμουν τις προάλλες στο Αιτωλικό που δεν είναι πάρα πολύ μικρό, έχει 5000 κατοίκους. Νιώθεις ότι είναι ένας τόπος ο οποίος φθίνει αλλά είναι πάρα πολύ κοντά στο Μεσολόγγι, στην Πάτρα, στην Αθήνα. Οπότε ο κόσμος πηγαίνει και έρχεται. Αυτό είναι νομίζω το πιο χαρακτηριστικό ότι όταν έρχεται η επαρχία πιο κοντά στις πόλεις δημιουργείται μια μεγαλύτερη ευελιξία. Ξέρετε αυτή τη στιγμή σήμερα το 81% του κόσμου ζει στο μέρος όπου γεννήθηκε, ένα 16% σηκώνεται και φεύγει και πηγαίνει κάπου μέσα στην ίδια χώρα και μόλις το 3,5% φεύγει και πηγαίνει σε άλλη χώρα.

“Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να μείνουν στο μέρος που γεννήθηκαν. Το μέρος που ξέρουν, που έχουν τους φίλους, τους ανθρώπους τους, το σπίτι τους, την εκκλησία τους, τις δράσεις τους. Γεννιόμαστε έτσι και θέλουμε να μείνουμε εκεί που είμαστε. Το προηγούμενο διάστημα ήταν πάρα πολύ δύσκολο στην Ελλάδα να γίνει αυτό. Βλέπω με αρκετά αισιόδοξο μάτι να γίνεται η μεταβολή σε αυτό γιατί ο κόσμος πηγαίνει και έρχεται.” – Θοδωρής Γεωργακόπουλος

Σε ένα άρθρο σας αναφέρετε κάτι που μου έκανε εντύπωση: “Τι σημαίνει για μια χώρα το ότι οι άνθρωποι που πεθαίνουν είναι διπλάσιοι από αυτούς που γεννιούνται κάθε χρόνο; Ότι είναι μια χώρα που εξατμίζεται, που σβήνει”. Αυτό έρχεται σε κόντρα με την αισιοδοξία που περιγράφετε μέχρι στιγμής. Τι γίνεται όταν δεν γεννιούνται άνθρωποι; Και υπάρχει εν τέλη ελπίδα για τον κόσμο; Ή, τέλος πάντων, υπάρχει επιλογή;

Υπάρχει ελπίδα για το μέλλον, απλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το μέλλον θα είναι πολύ διαφορετικό. Δεν υπάρχει λύση για το δημογραφικό πρόβλημα, πουθενά στον κόσμο. Δεν είναι μόνο ελληνικό το πρόβλημα αυτό, είναι παγκόσμιο. Σε όλες τις κοινωνίες του κόσμου όταν αυτές φτάνουν σε ένα επίπεδο ευημερίας, όταν ξεπερνάνε το όριο που τα παιδιά παύουν να είναι περιουσιακό στοιχείο και γίνονται οικονομικό βάρος, πέραν όλων των άλλων, έχει τελειώσει το θέμα. Ο δείκτης γονιμότητας θα πέσει. Είναι νομοτελειακό, είναι αναπόφευκτο και αργά ή γρήγορα ο πληθυσμός θα αρχίσει να μειώνεται. Αυτό γίνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου, ανεξαρτήτως κουλτούρας, θρησκείας, πεποιθήσεων. Αργά ή γρήγορα, φτάνουν σε αυτό το σημείο. Είναι μια νέα κατάσταση την οποία πρέπει να συνηθίσουμε και χώρες σαν δικιά μας, που είμαστε και πρωτοπορούμε σε αυτό τον τομέα, πρέπει να προσαρμοστούμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις. Είχα πάει στην Κάλυμνο, για 28η Οκτωβρίου, που είναι ένα νησί με 18.000 κατοίκους. Είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στην Ελλάδα που αυξάνει τον πληθυσμό του. Και το καταφέρνουν έχοντας μια κοινωνία αρκετά σφιχτή, έχοντας οικονομικές δραστηριότητες, δουλειές για να μένει ο κόσμος και να μην φεύγει από το νησί, κίνητρα για να προσελκύσουν ανθρώπους. Το νησί είναι ζωντανό και κρατάει τον πληθυσμό του και άλλα μικρότερα μέρη θα μπορούσαν δυνητικά να ακολουθήσουν παρόμοιο παράδειγμα, να βρουν ένα τρόπο να κρατήσουν τον κόσμο τους. Αλλά γενικά είναι πρόβλημα που δε λύνεται.

Να επιστρέψουμε λίγο στο βιβλίο γιατί θεωρώ ότι τα παιδικά παραμύθια πάντα μας αφορούν όλους. Θα ήθελα να ρωτήσω αν θεωρείτε τελικά ότι πάντα ψάχνουμε αυτό που δεν είμαστε.

Ναι, έτσι είναι. Προφανώς δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο που να είναι απολύτως ικανοποιημένος και να έχει φτάσει στο σημείο που θέλει να είναι ή στην κατάσταση ζωής που θέλει να είναι και που δεν αναζητεί έστω και κάτι λίγο παραπέρα.

Πολλές φορές, βεβαίως, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα κριτήρια και τους στόχους των άλλων λάθος αλλά ο καθένας και καθεμία έχει τους δικούς τους στόχους και τα δικά του οράματα. Επίσης, αυτά είναι πράγματα που αλλάζουν καθώς περνάει ο καιρός. Οι στόχοι και το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας στον κόσμο αλλάζει και πρέπει να αλλάζει και αυτό είναι γόνιμο να αλλάζει. Νομίζω ότι είναι υγιές και καλό να έχουμε σε κάθε φάση της ζωής μας κάτι που να μοιάζει με στόχο ακόμη κι αν είναι αόριστο και ασαφές ή κι αν είναι μόνο μια αίσθηση ή η ιδέα του να γράφω σε μια παραλία και να θέλω να δω έτσι. Να ζω π.χ. σε ένα νησί και να περνάω την ζωή μου μαζεύοντας μαρούλια. Ένα όραμα το οποίο μπορεί να είναι θολό, να μη ξέρουμε πώς θα φτάσουμε ως εκεί και μπορεί να μη χρειάζεται να φτάσουμε ως εκεί. Αυτό είναι η ζωή. Μια προσπάθεια για την επίτευξη κάποιων στόχων και ας είναι και αόριστοι.

Μέσα από το βιβλίο μιλάτε για το πώς κάποιες φορές το θέμα είναι να αλλάξουμε την ταμπέλα για το πώς βλέπουμε εμείς τα πράγματα και όχι να αλλάξουμε εμείς.

Ναι, εγώ θα έλεγα πιο έντονα να δοκιμάσουμε περισσότερα πράγματα. Ένα μήνυμα μπορεί να είναι ότι αξίζει να δοκιμάσεις κάτι διαφορετικό, να δεις τον εαυτό σου πως μοιάζει κάτω από
ένα διαφορετικό φως και πώς θα ανταπεξέλθει σε διαφορετικές καταστάσεις και να προσπαθήσει να λύσεις τις απορίες του τύπου «Τι θα γινόταν αν…» Και ψάχνοντας και δοκιμάζοντας διαφορετικά μοντέλα και καινούργιους τρόπους που υπάρχουν στον κόσμο, διαπιστώνεις πράγματα όπως π.χ. «Έζησα σε μια μεγάλη πόλη. Μήπως να ζούσα και σε κάποιο μικρό χωριό;»

Πιστεύετε μπορούμε να αλλάξουμε;

Κάπως έτσι νομίζω ότι αυτό κάνουμε. Προσπαθούμε… Ένα φανταστικό στατιστικό στοιχείο που είχα βρει πρόσφατα: Σε μια έρευνα του ΔΝΤ σε 41 χώρες, ο μέσος 70χρονος του 2022 είχε
τις ίδιες διανοητικές ικανότητες με το μέσο 53χρονο του 2000. Συν 20 χρόνια σε 20 χρόνια και εμείς έχουμε φτάσει στο σημείο δηλαδή σήμερα οι 70χρονοι να σκέφτονται και να έχουν αναλλοίωτες τις διανοητικές τους ικανότητες σαν τους 50χρονους πριν από 25 χρόνια. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πρόοδος. Βέβαια, αναδεικνύεται τώρα ένα άλλο θέμα που
έχουμε, που με ανησυχεί και με πονάει. Μήπως χάνουμε την ικανότητα να παίρνουμε σωστές αποφάσεις, να αναλύουμε δύσκολες έννοιες, να κατανοούμε δύσκολες σκέψεις. Η επίπτωση των social media, των οθονών στη διάσπαση της προσοχής του πληθυσμού έχει συνέπειες στην καθημερινότητά μας. Στο πολιτικό σκηνικό στο ποιους εκλέγουμε, στο πώς κατανοούμε τις πληροφορίες, πώς χωριζόμαστε σε υποομάδες μεταξύ μας. Οπότε ίσως, ναι στις χρονολογικές λύσεις να μας έχουν βοηθήσει να κρατήσουμε τη διανοητική μας σπίθα ζωντανή, αλλά το πώς τη χρησιμοποιούμε έχει επηρεαστεί από τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις και ίσως όχι μόνο προς την σωστή κατεύθυνση.

Το διάβασμα τι ρόλο παίζει σε αυτό;

Πολύ μεγάλο! Το διάβασμα, το διάβασμα κειμένων και το διάβασμα μεγάλων κειμένων. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό πράγμα. Το πιο προβληματικό, η πιο προβληματική έκφανση νομίζω όσων βλέπουμε τα τελευταία 20 χρόνια στο πεδίο της τεχνολογίας είναι ότι φθίνει η ικανότητα των ανθρώπων να διαβάζουν μεγάλα κείμενα και να έρχονται σε τριβή με την ανθρώπινη γλώσσα. Αυτό με επίμονο και σε κάποιο βαθμό δυσάρεστο τρόπο αυτό γεννάει, πυροδοτεί τη σκέψη , πυροδοτεί την εγκεφαλική λειτουργία και μας κάνει ουσιαστικά ανθρώπους. Αυτή η ικανότητα φθίνει ιδιαίτερα στις νέες γενιές.

Ο κόσμος ενδιαφέρεται πια, πιστεύετε, για το γραπτό λόγο;

Ολοένα και λιγότερο, φοβάμαι. Θεωρητικά ναι, αλλά στην πράξη νομίζω ότι είναι τόσες πολλές οι ευκαιρίες να μη χρειαστεί πλέον ούτε να γράψουμε κείμενα που η ευκολία μάς κάνει να
θυσιάσουμε την τριβή με το γραπτό λόγο και με το διάβασμα μεγάλων κειμένων και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα.

Πιστεύετε ότι το μπορεί να το κάνει αυτό; Μετά από το Story Telling και μέσα από αλλά μέσα, η αφηγηματική δημοσιογραφία είναι ένας τρόπος να βιώσουμε πράγματα χωρίς να τα ζήσουμε;

Ναι, προφανώς. Ειδικά για τα παιδιά είναι ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσουν να ανακαλύπτουν τον κόσμο, να τους πυροδοτήσει η περιέργεια και η φαντασία και είναι το καλύτερο δώρο. Γιατί όταν η περιέργεια και η φαντασία σου πυροδοτήσει σε μικρές ηλικίες, αυτό γίνεται συνήθεια. Είναι δύσκολο μετά, όσο και αν σε καταπάτησει η ζωή, να σου χαλάσει τη φαντασία. Πλουτίζουμε τη φαντασία μέσα από τις ιστορίες. Είναι εξαιρετικά πολύτιμο δώρο. Προσωπικά μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο με βιβλία και προσπαθώ τα παιδιά μου μεγαλώνουν σε ένα σπίτι γεμάτο με βιβλία και ιστορίες. Πρέπει να προσπαθούμε να τα σπρώχνουμε προς την κατεύθυνση αυτή, δηλαδή όχι μόνο να τους διαβάζουμε τις ιστορίες αλλά και να συζητάμε τις ιστορίες μαζί τους. Να τους λέμε καινούργιες και να ακούμε τις δικές τους. Με αυτό τον τρόπο, θα μεγαλώσουμε όχι μόνο παιδιά τα οποία θα έχουν την ευκαιρία να πάνε και να εξερευνήσουν τον κόσμο αλλά θα δημιουργήσουμε και παραμυθάδες. Να γράψουνε ιστορίες και να μπορούν να βγάζουν τις δικές τους ιστορίες και για τις επόμενες γενιές.

Ενόψει εορτών, είναι το βιβλίο το καλύτερο δώρο για παιδί;

Ναι, σίγουρα. Ειδικά σύμφωνα με τις έρευνες, το μέσο ελληνικό
νοικοκυριό έχει 60 βιβλία, αριθμός πολύ μικρός, οπότε όσο πιο πολύ αυξάνουμε το νούμερο τόσο το καλύτερο.

Εσείς θα επιλέγατε κάποια στιγμή στη ζωή σας να μείνετε σε κάποιο χωριό;

Σίγουρα. Είναι κομμάτι του οράματος, έστω για κάποιους μήνες του χρόνου. Τώρα, βέβαια, με τα παιδιά μικρά και τα σχολεία, τις δουλειές και όλα αυτά, είναι δύσκολο. Ωστόσο, επειδή η δουλειά μας είναι να γράφουμε, το όραμα είναι κάποιους μήνες του χρόνου να είμαστε σε ένα πιο ήσυχο και όμορφο περιβάλλον για να μεγαλώσουν τα παιδιά.

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 36 της εφημερίδας.