Συνδρομή

horiatika.press@gmail.com

ΒΟΥΝΑ (1920 x 100 px) (1)
previous arrow
next arrow
BOYNA (1920×500)
previous arrow
next arrow

Σκοτεινά Πιερίας: Το χωριό που ζει μέσα από τους θρύλους του

Το “χωριό-φάντασμα” που πέρασε από την απόλυτη ακμή στην ξαφνική εγκατάλειψη

Στα Πιέρια Όρη, σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων, βρίσκεται ένας ορεινός οικισμός που εδώ και χρόνια δεν έχει μόνιμους κατοίκους. Τα Σκοτεινά, γνωστά και ως “Μόρνα”, έχουν συνδεθεί με την ξαφνική ερήμωση, την ιστορία της ξυλείας, αλλά και με πλήθος ιστοριών που της έχουν προσδώσει τον χαρακτηρισμό “χωριό-φάντασμα”.

Η αρχική ονομασία του χωριού ως “Μόρνα” παραπέμπει σε έναν “σκοτεινό τόπο”, όπως αποκαλούσαν τον οικισμό οι κάτοικοι της Πιερίας, με το καλοκαίρι του 1926 να μετονομάζεται σε “Σκοτεινά”. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η ονομασία σχετίζεται με τη θέση του χωριού, καθώς είναι χτισμένο σε μια φυσική “γούβα”, όπου η πυκνή βλάστηση περιορίζει το φως του ήλιου. Μια άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα με τα πολλά δέντρα μουριάς και τα βάτα που υπήρχαν στην περιοχή.

Η Μόρνα υπήρξε κάποτε ένας ζωντανός οικισμός. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό είχε το Κρατικό Εργοστάσιο Επεξεργασίας Ξύλου, το οποίο λειτουργούσε στην περιοχή και έδωσε ζωή στον τόπο, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Μάλιστα, το 1966, οι κάτοικοι αποκαλούσαν το εργοστάσιο “Πανεπιστήμιο των Δασών”, λόγω της σημασίας που είχε για την περιοχή και τον τομέα της ξυλείας.

Η εικόνα αυτή, όμως, άλλαξε μετά το κλείσιμο του εργοστασίου το 1967. Οι θέσεις εργασίας μειώθηκαν, η δραστηριότητα περιορίστηκε και σταδιακά οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη Μόρνα. Πολλοί μετακινήθηκαν λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, όπου δημιούργησαν έναν νέο οικισμό, τα Φωτεινά. Η μαζική εγκατάλειψη άφησε πίσω της άδεια, επιπλωμένα, λειτουργικά σπίτια και εγκαταστάσεις, ενώ με το πέρασμα των χρόνων η φύση άρχισε να καλύπτει μεγάλο μέρος του παλιού χωριού. Στην απογραφή του 2011 καταγράφηκε μόλις ένας κάτοικος, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την εικόνα της Μόρνας ως “οικισμού-φαντάσματος”. Η εγκατάλειψη, τα ερειπωμένα κτίρια και η πυκνή βλάστηση δημιούργησαν το σκηνικό πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν πολλές ιστορίες και θρύλοι.

Ανάμεσα στις πιο γνωστές αφηγήσεις είναι εκείνες για πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν μόνες τους, απόκοσμες φωνές, ανεξήγητους ήχους και σκιές που εμφανίζονται ξαφνικά. Μία από τις ιστορίες αναφέρει επτά κορίτσια που, σύμφωνα με τον θρύλο, έβγαιναν τα βράδια και χόρευαν εκστασιασμένα γύρω από το χωριό. Οι κάτοικοι φέρεται να κλείνονταν στα σπίτια τους και να μην κυκλοφορούσαν μέχρι το ξημέρωμα. Τότε, οι κοπέλες ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού, κρύβονταν σε μια σπηλιά και περίμεναν μέχρι να έρθει ξανά η ώρα για τον νυχτερινό τους χορό.

Ένας άλλος θρύλος αναφέρει ένα “μαλλιαρό χέρι” που, σύμφωνα με την αφήγηση, έβγαινε από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι και κυνηγούσε όσους περνούσαν από το σημείο. Στο συγκεκριμένο σπίτι είχε ζήσει ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος έφυγε για την Αμερική. Μετά την εγκατάλειψη του οικήματος και την προοδευτική φθορά του, άρχισαν να κυκλοφορούν ιστορίες για όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό του, αλλά και για μια “κατάρα” που είχε αφήσει πίσω του ο άνδρας. Οι κάτοικοι, σύμφωνα με τον θρύλο, σταμάτησαν έτσι να περνούν έξω από το σπίτι. Οι ιστορίες αυτές, μαζί με τους ανεξήγητους ήχους και τις σκιές που φέρεται να εμφανίζονταν στην περιοχή, ενίσχυσαν με τα χρόνια τη μυστηριώδη φήμη της Μόρνας.

Σήμερα, στον παλιό οικισμό σώζονται δύο εκκλησίες, αφιερωμένες στον Άγιο Νικόλαο και την Αγία Παρασκευή, που βρίσκεται στο κοιμητήριο του χωριού και είναι ναός βασιλικού ρυθμού με τρούλο. Τα δύο αυτά σημεία αποτελούν πλέον μέρος της εικόνας ενός τόπου που άλλοτε φιλοξενούσε οικογένειες, εργαζόμενους και μια ολόκληρη κοινότητα και σήμερα παραμένει σχεδόν έρημος, μέσα στην πυκνή βλάστηση.

Το χωριό εξακολουθεί να κουβαλά την ιστορία του, που πέρασε από την ακμή στην εγκατάλειψη. Οι μνήμες από το “Πανεπιστήμιο των Δασών”, τα ερειπωμένα κτίρια και οι θρύλοι που δημιουργήθηκαν γύρω από αυτά, συνθέτουν την ιδιαίτερη ιστορία ενός τόπου που, παρά τη σιωπή του, εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον και να κρατά ζωντανό το παρελθόν του.