Συνδρομή

horiatika.press@gmail.com

Ο αρχαιολόγος της Αμφίπολης, Δημήτρης Δαμάσκος αποκαλύπτει τα μυστικά της ακρόπολης

Ο καθηγητής Δημήτρης Δαμάσκος, επικεφαλής της ανασκαφής στην Αμφίπολη, μιλά για τα πρόσφατα ευρήματα και τη σημασία τους για την αρχαιολογία και την ελληνική ταυτότητα.

Η Αμφίπολη συνεχίζει να συναρπάζει επιστήμονες και κοινό με την πλούσια ιστορία της, αποκαλύπτοντας πτυχές της αρχαίας Μακεδονίας και τη στρατηγική σημασία της πόλης στον χρόνο. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας παραχώρησε στο τεύχος 35 της εφημερίδας μας ο καθηγητής Δημήτρης Δαμάσκος, επικεφαλής της ανασκαφής στην ακρόπολη της Αμφίπολης, μιλά για τα πρόσφατα ευρήματα, τον ρόλο της αρχαιολογίας στην κατανόηση της τοπικής και εθνικής ταυτότητας, καθώς και για την επίδρασή τους στην επικοινωνία της αρχαιολογίας με το ευρύ κοινό, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Πιο συγκεκριμένα, ο Δημήτρης Δαμάσκος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας και πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας- Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει εργαστεί στη Συλλογή Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είχε αναλάβει για χρόνια την έκδοση του ετήσιου επιστημονικού περιοδικού του Μουσείου Μπενάκη. Έχει συγγράψει έργα για τη γλυπτική και την τοπογραφία της Μακεδονίας και, από το 2019, διευθύνει μαζί με τη Δήμητρα Μαλαμίδου την ανασκαφή στην ακρόπολη της Αμφίπολης.

Κύριε Δαμάσκε, ποια θεωρείτε τα τα σημαντικότερα ευρήματα της περσινής ανασκαφικής περιόδου στην ακρόπολη της Αμφίπολης και γιατί;

Συνεχίσαμε να σκάβουμε στην ακρόπολη εκεί όπου εντοπίστηκε πριν από χρόνια ένα λατρευτικό κτήριο γυναικείας θεότητας. Πρόκειται πολύ πιθανόν για τον ναό της Άρτεμης Ταυροπόλου, τη σημαντικότερη θεότητα της Αμφίπολης. Η θεά λατρευόταν ως προστάτιδα των μικρών παιδιών. Έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου στην Ανατολή, δεδομένου ότι οι στρατιώτες του ορκίζονταν και στην Άρτεμη Ταυροπόλο, πέραν του Δία και της Αθηνάς. Είναι προφανώς αυτός ο λόγος για τον οποίο ο Αλέξανδρος σχεδίαζε ανοικοδόμηση μεγάλου ναού της στην Αμφίπολη μετά την επιστροφή του, κάτι που δεν υλοποιήθηκε.

Γιατί πιστεύετε ότι ο Λόφος Καστά συνεχίζει να ασκεί τέτοια έλξη στο ευρύ κοινό; Πού θεωρείτε ότι οδήγησε η έντονη δημόσια συζήτηση για το ποιο πρόσωπο είχε ταφεί στον Καστά;

Δεν νομίζω ότι ασκεί ιδιαίτερη έλξη στο ευρύ κοινό, γιατί δεν είναι θέμα συζήτησης, πέρα από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, αρχαιολόγους και μη. Ένας λόγος είναι ότι η έντονη δημόσια συζήτηση «ξεφούσκωσε», όταν μάλιστα διαπιστώθηκε ότι μέσα στο μνημείο ήταν θαμμένα περισσότερα άτομα, τα οποία δεν μπορούν από το σκελετικό υλικό να συνδεθούν με γνωστά ιστορικά πρόσωπα.

Τι σας λένε τα μικροευρήματα των ανασκαφών (καρφιά, εργαλεία, όστρακα) που συχνά ο κόσμος υποτιμά;

Τα μικροευρήματα είναι πολύ συχνά αυτά που βοηθούν στην ερμηνεία, ή και χρονολόγηση κτηρίων, ή συμβάλλουν στην κατανόηση της ανθρώπινης δραστηριότητας σε έναν χώρο. Μπορούν επίσης να προσδιορίσουν μεταβολές στη χρήση ενός χώρου στο πέρασμα πολλών χρόνων. Ένα όστρακο από ένα αγγείο, για παράδειγμα, μπορεί να δώσει πληροφορίες για εμπορικές δραστηριότητες με περιοχές τις οποίες δεν περίμενες, ή να χρονολογήσει μια οικοδομική φάση. Ένα κομμάτι επιγραφής μπορεί να βοηθήσει στην ταύτιση κτηρίων κ.ο.κ.

Πρόσφατα παρουσιάσατε κτηρίων μερικά από τα πιο σημαντικά ευρήματα σε δύο εκδηλώσεις της ομογένειας στη Χαϊδελβέργη και τη Φρανκφούρτη. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να παρουσιάζονται τέτοιες ανασκαφές όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό;

Θεωρώ ότι οι νέες αρχαιολογικές έρευνες , ανασκαφικές ή άλλες, πρέπει να ανακοινώνονται, στο ευρύ κοινό, όπως ακριβώς και στο επιστημονικό. Αναφορικά με την ενημέρωση της ομογένειας, πιστεύω πως έχει επιπλέον μεγαλύτερη σημασία, διότι με αυτόν τον τρόπο δεν αισθάνονται αποκομμένοι από τα τεκταινόμενα στην πατρίδα. Δεν έχει σημασία που τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα της άμεσης ενημέρωσης και επικοινωνίας, κάτι αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια. Με τη φυσική παρουσία σε κοινότητες έξω από τη χώρα η επικοινωνία είναι καλύτερη, γιατί ενδυναμώνεται η αίσθηση του συνανήκειν.

Πως επηρέασε η γειτνίαση με το Παγγαίο την παραγωγή γλυπτών στην αρχαιότητα;

Δεν επηρέασε ιδιαίτερα. Το Παγγαίο δεν έχει λατομεία μαρμάρου για να υπάρχει άμεση
πρόσβαση των εργαστηρίων γλυπτικής στην πρώτη ύλη. Υπάρχουν, όμως, λατομεία μαρμάρου στην ευρύτερη περιοχή, δεν αναφέρομαι στα πολύ γνωστά της Θάσου, αλλά σε άλλα, όπως στο Χαλκερό Καβάλας. Γνωρίζουμε τώρα ότι γλυπτά της Αμφίπολης κατασκευάστηκαν από αυτό το μάρμαρο και από γλύπτες όχι μόνον από την περιοχή, αλλά και από Αθηναίους που ήρθαν στη Μακεδονία επειδή υπήρχε προσφορά εργασίας.

Τι θα λέγατε στους κατοίκους της περιοχής για τη σημασία του τόπου τους;

Οι κάτοικοι γύρω από το Παγγαίο ζουν σε έναν τόπο ιδιαίτερα σημαντικό από ιστορικής πλευράς, αλλά και από πλευράς φυσικού κάλλους, λόγω της εγγύτητας του Παγγαίου με τον Στρυμόνα, τη θάλασσα και την πεδιάδα κατά μήκος του ποταμού. Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν απολύτως καμία σημασία εάν το φυσικό περιβάλλον με το πολιτισμικό του απόθεμα δεν προστατεύεται από τις κακοποιητικές παρεμβάσεις που προέρχονται από ανθρώπινες δραστηριότητες.

Μιλήσατε για την πιθανότητα εντοπισμού του ανακτόρου του Φιλίππου Ε’. Ποια στοιχεία σας οδηγούν σε αυτή την εκτίμηση;

Είναι μία πολύ λογική υπόθεση εργασίας για έναν αρχαιολόγο που μελετά την πόλη της Αμφίπολης: πού ζούσαν όλοι αυτοί οι ηγεμόνες από τον Φίλιππο Β ́ κι έπειτα, που είτε πέρασαν για λίγο χρονικό διάστημα, ή είχαν εγκατασταθεί εκεί για χρόνια, όπως ακριβώς ο Φίλιππος Ε ́; Δεν θα πρέπει να μας απασχολήσει εάν μπορούμε να ανακαλύψουμε την κατοικία τους;

Συχνά αναφέρεστε στη σχέση της αρχαιολογίας με την εθνική ταυτότητα. Πώς νιώθετε να εξελίσσεται αυτή η σχέση σήμερα;

Αρχαιολογία και εθνική ταυτότητα είναι έννοιες στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους ιστορικά, δεδομένου ότι η αρχαιολογία υπηρέτησε τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας στο ελληνικό κράτος. Είναι μια σχέση που ξεπερνά όμως το ελληνικό παράδειγμα. Είναι πλέον κοινός τόπος στην έρευνα ότι οι επιστήμες της μελέτης του παρελθόντος συμβάλλουν στη διαμόρφωση εθνικών και συλλογικών ταυτοτήτων διεθνώς. Εάν θέλουμε να παραμείνουμε στην Ελλάδα, ας δούμε το πώς οι αρχαιότητες στη Μακεδονία ενεπλάκησαν στο λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα από τη δεκαετία του 1990 κι εξής. Η σχέση αυτή εξελίσσεται συνεχώς, ανάλογα με τα κοινωνικά και ιδεολογικά ζητήματα και αιτήματα της κάθε εποχής, δεν είναι κάτι στατικό.

Πώς μπορεί η αρχαιολογία να μιλήσει σε ένα ευρύτερο κοινό πέρα από τους ειδικούς;

Η αρχαιολογία μπορεί πολύ εύκολα να προσεγγίσει ένα ευρύτερο κοινό από τη στιγμή που θα κάνει κατανοητό ότι η επιστήμη αυτή ασχολείται με ανθρώπινες δραστηριότητες οι οποίες είναι πολύ κοντά μας, παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση που μπορεί να μας φαίνεται υπερβολικά μακρινή. Η αρχαιολογία μιλάει για την εξέλιξη πολιτισμών που έχουν όλοι έναν κοινό παρονομαστή, τον άνθρωπο, ανεξάρτητα από το πού έχουν αναπτυχθεί στη γη. Κάποιοι πολιτισμοί είναι φυσικά πιο οικείοι, γιατί συνδεόμαστε με αυτούς, είτε επειδή αναπτύχθηκαν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο με εμάς (βλ. το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας), είτε επειδή μπορεί να μας ενδιαφέρουν σε προσωπικό επίπεδο για διάφορους λόγους.

Σε μια εποχή γρήγορων εντυπώσεων,εντυπώσεων, τι φοβάστε περισσότερο: την υπεραπλούστευση ή την υπερβολή;

Και οι δύο έννοιες είναι εξίσου επιζήμιες για την επιστήμη.

Μπορεί μια ανασκαφή να αλλάξει τη συλλογική να αλλάξει τη συλλογική ταυτότητα ενός τόπου; Το βλέπετε αυτό να συμβαίνει στην περιοχή μας;

Δεν θα χρησιμοποιούσα το ρήμα «αλλάζω», περισσότερο μάλλον το «διαμορφώνω». Η Αμφίπολη έχει ήδη συμβάλει στη διαμόρφωση της τοπικής ταυτότητας των κατοίκων γύρω από το Παγγαίο. Δεν αναφέρομαι μόνο στη δημοσιότητα που πήρε η ανασκαφή στον Καστά, αλλά και στα παλιότερα ευρήματα, όπως το λιοντάρι, που στέκει εκεί για δεκαετίες και χαιρετά με τον τρόπο του τους ταξιδιώτες που περνούν όλα αυτά τα χρόνια από την Παλιά Εθνική Οδό. Η συνέχιση των ανασκαφών έχει σημασία όχι μόνο για την ανακάλυψη νέων ευρημάτων που θα μας διαφωτίσουν περισσότερο για μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας, αλλά αποτελούν εχέγγυο για την παραμονή της Αμφίπολης στην επικαιρότητα. Με αυτόν τον τρόπο η αρχαιότητα συμμετέχει στη συλλογική ταυτότητα μιας κοινότητας, ενός τόπου: παραμένοντας ως σημαντική παράμετρος μιας ζώσας επικαιρότητας. Μια «νεκρή» αρχαιότητα είναι μια αρχαιότητα αποκομμένη από την σύγχρονη ζωή και την ανάπτυξη της κοινωνίας.

«Το ανασκαφικό έργο στην αρχαία πόλη της Αμφίπολης»

Δύο διαλέξεις του καθηγητή Δημήτρη Δαμάσκου με θέμα «Το ανασκαφικό έργο στην αρχαία πόλη της Αμφίπολης» πραγματοποιήθηκαν αρχές Νοεμβρίου στη Χαϊδελβέργη και τη Φρανκφούρτη. Ο κ. Δαμάσκος παρουσίασε την ιστορία και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της Αμφίπολης , τις λατρευτικές εγκαταστάσεις και τα πρόσφατα ανασκαφικά ευρήματα. Η συζήτηση με το κοινό ανέδειξε το έντονο ενδιαφέρον της ομογένειας και των Γερμανών επισκεπτών. Ο καθηγητής εξέφρασε επίσης την πιθανότητα μελλοντικού εντοπισμού του ανακτόρου του βασιλιά Φιλίππου Ε΄, του τελευταίου Μακεδόνα μονάρχη, ο οποίος έζησε επί είκοσι χρόνια στην πόλη. Οι διαλέξεις ολοκληρώθηκαν σε ζεστό κλίμα, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική σημασία της Αμφίπολης για τον Ελληνισμό.