Συνδρομή

horiatika.press@gmail.com

ΒΟΥΝΑ (1920 x 100 px) (1)
previous arrow
next arrow
BOYNA (1920×500)
previous arrow
next arrow

Το πρώτο Όσκαρ για κάστινγκ έχει καταγωγή από την Κάσο

Κατά την 98η τελετή απονομής των Βραβείων Όσκαρ, βραβεύτηκε η Ελληνοαμερικανίδα Cassandra Kulukundis, στην κατηγορία του καλύτερου κάστινγκ ηθοποιών

Από ένα μικρό νησί του Αιγαίου, την Κάσο των Δωδεκανήσων, ξεκινούν οι ρίζες μιας προσωπικότητας που ξεχώρισε στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Η Cassandra Kulukundis, με καταγωγή από το νησί, κατάφερε να διακριθεί στο Χόλιγουντ ως μία από τις σημαντικότερες διευθύντριες κάστινγκ της γενιάς της, αποδεικνύοντας πως ακόμη και ένας μικρός τόπος μπορεί να συνδεθεί με μεγάλες διεθνείς επιτυχίες.

Την Κυριακή 15 Μαρτίου ολοκληρώθηκε η 98η τελετή απονομής των Βραβείων Όσκαρ, φέρνοντας στο προσκήνιο τα μεγαλύτερα ταλέντα του κινηματογράφου παγκοσμίως. Η βραδιά σηματοδότησε νέες ιστορικές στιγμές, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η πρώτη απονομή του βραβείου για το καλύτερο κάστινγκ, αναγνωρίζοντας τη σημαντική δουλειά των ανθρώπων που φέρνουν τους χαρακτήρες στη ζωή μέσα από τη σωστή επιλογή ηθοποιών.

Για πρώτη φορά φέτος απονεμήθηκε βραβείο Όσκαρ για το καλύτερο κάστινγκ, το οποίο κατέκτησε η Cassandra Kulukundis, με ελληνική καταγωγή. Η νίκη της οφείλεται στο κάστινγκ που έκανε για την ταινία «One Battle After Another». Η διεθνής της επιτυχία αναδεικνύει τη σημαντική παρουσία των Ελλήνων και της ελληνικής διασποράς στον χώρο του κινηματογράφου.

“Το αφιερώνω στους διευθυντές κάστινγκ που ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να βρεθούν εδώ πάνω.” -Cassandra Kulukundis

Παράλληλα, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της προς την Ακαδημία για την εισαγωγή αυτού του νέου βραβείου.

Η Κασσάνδρα Κουλουκουντής θεωρείται εδώ και πολλά χρόνια μία από τις κορυφαίες διευθύντριες κάστινγκ του αμερικανικού κινηματογράφου. Η στενή συνεργασία της με τον Paul Thomas Anderson ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο σταθερές και δημιουργικές σχέσεις στο σύγχρονο Χόλιγουντ. Έχει διατελέσει διευθύντρια κάστινγκ και σε προηγούμενες οσκαρικές ταινίες, όπως το “The Brutalist” και το “There Will Be Blood”. Έχει συνεργαστεί σε όλες τις δέκα μεγάλου μήκους ταινίες του σκηνοθέτη Paul Thomas Anderson, ο οποίος σκηνοθέτησε και το “One Battle After Another”, ξεκινώντας ως ασκούμενη στην πρώτη του ταινία “Hard Eight” το 1996.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ανέλαβε το κάστινγκ σε πολλές από τις πιο γνωστές ταινίες του σκηνοθέτη, όπως τα Magnolia, There Will Be Blood, The Master και Licorice Pizza. Η δουλειά της ξεχωρίζει για την ικανότητά της να δημιουργεί καστ που δεν αποτελεί απλώς μια ομάδα διάσημων ηθοποιών, αλλά ένα σύνολο χαρακτήρων που λειτουργεί αρμονικά μέσα στην ιστορία.

Η Κασσάνδρα Κουλουκουντής γεννήθηκε το 1971 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και ενώ μεγάλωσε σε επιχειρηματικό περιβάλλον σχετικό με τα ναυτιλιακά, αποφάσισε να ακολουθήσει το όνειρο της, να ασχοληθεί με την μεγάλη οθόνη. Μετά τις σπουδές της στο Vassar College, από όπου αποφοίτησε το 1993, ξεκίνησε την καριέρα της στον χώρο του κινηματογράφου. Όσον αφορά την καταγωγή της, η ελληνοαμερικάνικη οικογένειά της προέρχεται από το νησί της Κάσου.

Κάσος

Η Κάσος είναι ένα μικρό αλλά ιδιαίτερο νησί του νοτίου Αιγαίου, το νοτιότερο των Δωδεκανήσων, ανάμεσα στην Κάρπαθο και την Κρήτη, φιλοξενώντας γύρω στους 1.200 μόνιμους κατοίκους. Το νησί ανήκει στον ομώνυμο δήμο, ο οποίος περιλαμβάνει πέντε κύριους οικισμούς: το Φρυ, την Αγία Μαρίνα, το Πόλι, το Αρβανιτοχώρι και την Παναγία. Οι οικισμοί είναι κυρίως ορεινοί, με το υψηλότερο σημείο του νησιού, το Όρος Πρίωνα, να φτάνει περίπου τα 550 μέτρα.

Το νησί διατηρεί ζωντανές τις παραδόσεις και τα ήθη της με γραφικά χωριά, παλιές εκκλησίες και αρχοντικά ναυτικών που μαρτυρούν την ιστορική της ταυτότητα. Η ιστορία της Κάσου ξεκινά από τα βάθη των χιλιετιών, καθώς υπάρχουν στοιχεία ανθρώπινης παρουσίας στο νησί ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, γύρω στην 4η‑3η χιλιετία π.Χ., με ευρήματα στην περιοχή της Χέλατρου να καταδεικνύουν την επαφή του νησιού με την Κρήτη. Κατά την κλασική εποχή, η Κάσος ήταν γνωστή ήδη από τις πηγές της αρχαιότητας, καθώς σύμφωνα με τον Όμηρο στην “Ιλιάδα”, το νησί έστειλε πλοία για να πάρουν μέρος στην Τρωική Εκστρατεία. Ακόμη, η Κάσος αποτέλεσε μέλος της “Δηλιακής Συμμαχίας”, δηλαδή του αθηναϊκού συνασπισμού πόλεων.

Καθ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως και πριν από αυτήν, οι κάτοικοι της Κάσου ανέπτυξαν σημαντική ναυτική και εμπορική δύναμη. Λόγω των δύσκολων γεωργικών συνθηκών στο νησί, στράφηκαν στη θάλασσα και άκμασαν ως ναυτικοί και έμποροι, έχοντας μεγάλη φήμη στη θάλασσα με έναν εμπορικό στόλο που τον 19ο αιώνα αριθμούσε εκατοντάδες πλοία. Η ζωή και ο πολιτισμός του νησιού συνδέθηκε στενά με τη θάλασσα, κάτι που διαφαίνεται έως σήμερα στη ναυτική παράδοση της κοινωνίας.

Μετά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση, το νησί πέρασε στην ιταλική κατοχή με τον πόλεμο του 1912 και παρέμεινε υπό ιταλική διοίκηση μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε και ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος το 1947. Η Κάσος γνώρισε μετακινήσεις πληθυσμού και μεγάλη μετανάστευση, κυρίως στη δεκαετία του 1800 και του 1900 προς Αίγυπτο, Κωνσταντινούπολη, ΗΠΑ και άλλες χώρες, με αποτέλεσμα η μόνιμη πληθυσμιακή βάση να μειωθεί σημαντικά έναντι του παρελθόντος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, οι κάτοικοι της Κάσου διατήρησαν ένα χαρακτηριστικό μείγμα θαλάσσιας παράδοσης και αυτοδυναμίας. Η ενασχόληση με την θάλασσα αποτελούσε και την βασική πηγή εισοδήματος για αιώνες, ενώ σήμερα οι κάτοικοι συνεχίζουν να ασχολούνται με τη ναυτιλία, καθώς και με τη γεωργία, την αλιεία, την κτηνοτροφία, την παρασκευή τυριών και τον τουρισμό.

Η Κάσος ξεχωρίζει όχι μόνο για την ιστορία και τη φυσική ομορφιά της, αλλά και για την πλούσια λαϊκή της παράδοση, που διατηρείται ζωντανή μέσα από τα πανηγύρια, τα έθιμα και τις ετήσιες εκδηλώσεις. Το μεγαλύτερο πανηγύρι του νησιού πραγματοποιείται στις 15 Αυγούστου στο χωριό Παναγία. Η ημέρα ξεκινά με θεία λειτουργία και λιτανεία της εικόνας της Παναγίας και συνεχίζεται με παραδοσιακό γλέντι, χορούς, μουσική και τοπικό φαγητό, σε μια γιορτή που διαρκεί όλη τη μέρα και τη νύχτα.

ΣΠολύ σημαντική είναι η Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος της Κάσου στις 7 Ιουνίου του 1824, που τιμά τη σφαγή 2.000 νησιωτών και την αιχμαλωσία παιδιών και γυναικών, που πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου και της Κρήτης. Για το ιστορικό αυτό γεγονός αποδόθηκε στο νησί ο τίτλος της “Ηρωικής Νήσου” από την Ελληνική Βουλή και κάθε Ιούνιο πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με ομιλίες, μουσικές βραδιές και ιστορικές αναφορές στη θυσία των κατοίκων.

Ακόμη, βασικό στοιχείο των εκδηλώσεων της Κάσου είναι η μουσική. Τα παραδοσιακά όργανα του νησιού, που είναι η λύρα και το λαούτο, συνοδεύουν τους χορούς Σούστα και Ζερβό, ενώ οι Μαντινάδες, τα αυτοσχέδια στιχάκια σε ρυθμό, δίνουν τον δικό τους ζωντανό τόνο στις γιορτές. Από το 2009 διοργανώνεται και το Διεθνές Συνέδριο Λύρας και Δοξαριού, όπου συμμετέχουν μουσικοί από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, παρουσιάζοντας συναυλίες, παραδοσιακούς χορούς και εργαστήρια.

Σε όλες τις γιορτές οι κάτοικοι προσφέρουν παραδοσιακά “κασιώτικα” φαγητά, όπως πιλάφι με κανέλα, ντολμαδάκια, τοπικά τυριά, κρασί και ρακή. Οι εκδηλώσεις αποτελούν ευκαιρία για συμμετοχή στα πολιτιστικά δρώμενα και ανάδειξη της φιλοξενίας, για αυτό και κάθε καλοκαίρι στο Αρβανιτοχώρι διοργανώνεται η Γιορτή της Σιτάκας που είναι αφιερωμένη στο τοπικό τυρί, με γευστικές δοκιμές, μουσική και χορό.

Η Κάσος, μικρή αλλά γεμάτη ιστορία και ψυχή, αποτελεί ένα ζωντανό σύμβολο αντοχής και βαθιάς ελληνικής παράδοσης. Μέσα στους αιώνες, το νησί αυτό στάθηκε περήφανο απέναντι στις δυσκολίες, κρατώντας ζωντανές τις αξίες, τα έθιμα και την αγάπη των κατοίκων του για τον τόπο τους και τη θάλασσα. Η ιστορία του νησιού και η εξέλιξη της ζωής των ανθρώπων, όπως είναι και της Κασσάνδρα Κουλουκουντής, αποτελούν μια υπενθύμιση ότι η ταυτότητα ενός τόπου δεν χτίζεται μόνο από τη γεωγραφία του, αλλά κυρίως από τους ανθρώπους του, τις μνήμες τους και την επιμονή τους να μεταφέρουν τις αξίες τους στις επόμενες γενιές.