Συνδρομή

horiatika.press@gmail.com

ΒΟΥΝΑ (1920 x 100 px) (1)
previous arrow
next arrow
BOYNA (1920×500)
previous arrow
next arrow

Μέγα Σπήλαιο: Ένα από τα παλαιότερα μοναστικά κέντρα

Η Ιερά Μονή με την εικόνα της Παναγίας που διασώθηκε πολλές φορές με θαυμαστό τρόπο

Η Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά μοναστικά κέντρα με μακραίωνη παράδοση. Η πνευματική της ακτινοβολία συνδέεται τόσο με την ιστορία της ίδρυσής της, όσο και με τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, ενώ μέχρι σήμερα παραμένει τόπος βαθιάς πίστης και λατρείας, προσελκύοντας πλήθος προσκυνητών.

Το Μέγα Σπήλαιο, το ιστορικό μοναστήρι στα Καλάβρυτα χτίστηκε το 362 μ.Χ. από τους Θεσσαλονικείς μοναχούς αδελφούς Συμεών και Θεόδωρο και θεωρείται η παλαιότερη μονή στην Ελλάδα. Ξεχωρίζει καθώς είναι χτισμένη πάνω σε βράχο, εντυπωσιάζοντας τους προσκυνητές που την επισκέπτονται.

Η Μονή βρίσκεται περίπου 10 χλμ. βορειοανατολικά των Καλαβρύτων, κοντά στον δρόμο που συνδέει την Εθνική Οδό Πατρών–Αθηνών με τα Καλάβρυτα. Είναι χτισμένη μέσα στο άνοιγμα ενός μεγάλου φυσικού σπηλαίου, από όπου πήρε και το όνομά της , στην οροσειρά του Χελμού, πάνω από τη βαθιά χαράδρα του Βουραϊκού ποταμού, σε υψόμετρο περίπου 900 μέτρων και κοντά, αλλά ψηλότερα, από το χωριό Κάτω Ζαχλωρού.

Αποτελεί ένα οκταόροφο συγκρότημα με τον κεντρικό ναό, λαξευμένο στον βράχο, να είναι σταυροειδής με δύο νάρθηκες. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τοιχογραφίες του 1653, μαρμάρινα δάπεδα και ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ οι τοιχογραφίες στον νάρθηκα χρονολογούνται από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Η ιστορία της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου ξεκινά με τη θαυμαστή εύρεση της Ιερής Εικόνας της Παναγίας. Ο Απόστολους Λουκάς προσέφερε την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μεγαλοσπηλαιώτισσας μαζί με το Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων, στον Θεόφιλο, Ηγεμόνα της Αχαΐας και πνευματικό του παιδί. Αργότερα, η εικόνα πέρασε στους απογόνους του, οι οποίοι, κατά τους χρόνους των διωγμών, την έκρυψαν στο σπήλαιο. Μετά τον θάνατό τους ή τον μαρτυρικό τους χαμό, η εικόνα έμεινε εκεί μέχρι που ανακαλύφθηκε με θαυμαστό τρόπο από την Αγία Ευφροσύνη.

Πιο συγκεκριμένα, τα δύο αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη, ο Συμεών και ο Θεόδωρος, αφού ασκήτεψαν στα βουνά Όλυμπο, Όσσα και Πήλιο, πήγαν στο Άγιο Όρος για να συναντήσουν ασκητές και πνευματικούς ανθρώπους, ενώ ταξίδεψαν και στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσουν τα μέρη όπου έζησε ο Χριστός. Στα Ιεροσόλυμα, ο καθένας τους είδε ξεχωριστά ένα όραμα που τους καλούσε να πάνε στην Αχαΐα και να αναζητήσουν την Ιερή Εικόνα της Παναγίας, φτιαγμένη από μαστίχα και κερί, φιλοτεχνημένη από τον Ευαγγελιστή Λουκά.

Μετά από πολλές περιπλανήσεις και καθοδηγητικά όνειρα, οι δύο αδελφοί έφτασαν το 362 μ.Χ. σε ένα σημείο, όπου συνάντησαν την Ευφροσύνη, μια νεαρή βοσκοπούλα από το χωριό Γαλατά (Ζαχλωρού). Εκείνη τους οδήγησε στο σπήλαιο, όπου βρισκόταν η Ιερή Εικόνα που αναζητούσαν.

Την εικόνα την είχε εντοπίσει νωρίτερα η ίδια, όπως πίστευε, με θεϊκή καθοδήγηση, ακολουθώντας έναν τράγο από το κοπάδι της, ο οποίος πήγαινε εκεί για να πιει νερό από μια πηγή μέσα στο σπήλαιο. Η πηγή αυτή, που αργότερα διαμορφώθηκε με μάρμαρο, είναι σήμερα γνωστή ως «Πηγή της Κόρης» και θεωρείται αγίασμα, ενώ η Ευφροσύνη τιμάται ως Αγία.

Η εικόνα είναι ανάγλυφη, με πάχος περίπου τριών εκατοστών και έχει κατασκευαστεί από κερί, μαστίχα και άλλα υλικά. Φέρει ζωγραφισμένα ενδύματα με χρυσές λεπτομέρειες, ενώ έχει σκουρύνει με τον χρόνο, κυρίως λόγω των πολλών πυρκαγιών που πέρασε η Μονή.

Σύμφωνα με την παράδοση, η Ιερή Εικόνα βρισκόταν δίπλα στην πηγή και την προστάτευε ένας δράκος, ο οποίος όταν επιτέθηκε στους δύο μοναχούς, την ώρα που καθάριζαν τον χώρο από τη βλάστηση, σκοτώθηκε από κεραυνό. Έπειτα από αυτό, οι μοναχοί έχτισαν έναν μικρό ναό και λίγα κελιά, με τη βοήθεια των πολλών πιστών που έρχονταν για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Μάλιστα, αρκετοί από αυτούς έμεναν εκεί για να ασκηθούν πνευματικά.

Στην πορεία της ιστορίας της, η Μονή καταστράφηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές από φωτιές όπως το 840, το 1400, το 1640 και το 1934, όμως η Ιερή Εικόνα σωζόταν κάθε φορά με θαυμαστό τρόπο. Ιδιαίτερα, μετά από την πυρκαγιά του 1285, λέγεται ότι ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος φρόντισε για την ανοικοδόμησή της.

Το 1770, ο Μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος ηγήθηκε ενόπλων δυνάμεων και πολιόρκησε τα Καλάβρυτα. Ο ηγούμενος της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, μαζί με άλλους μοναχούς, πήγε στα Καλάβρυτα και κατάφερε, με τη μεσολάβησή του, να σταματήσει η πολιορκία και να αποχωρήσουν με ασφάλεια οι τουρκικές οικογένειες. Χάρη σε αυτή την ενέργεια, όταν αργότερα καταπνίγηκε η επανάσταση και ομάδες Αλβανών λεηλατούσαν την Πελοπόννησο, η Μονή όχι μόνο γλίτωσε την καταστροφή, αλλά βοήθησε και στη διάσωση πολλών Ελλήνων.

Κατά την Επανάσταση του 1821, η Μονή υπήρξε σημαντικό πνευματικό και εθνικό στήριγμα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως κέντρο αντίστασης απέναντι στους κατακτητές. Παρά τις πολλές επιθέσεις που δέχτηκε, δεν καταλήφθηκε ποτέ. Ξεχωριστή στιγμή στην ιστορία της ήταν η επιτυχής άμυνα απέναντι στην επίθεση του Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1827.

Στο Κειμηλιαρχείο της Μονής φυλάσσονται πολλά ιερά κειμήλια, όπως σιγγίλια, χειρόγραφα με εξαιρετικές μικρογραφίες, σταυροί ευλογίας, χαλκογραφίες και προσωπογραφίες. Η Μονή ανακαινίστηκε ριζικά από τους αδελφούς Αδραβιδιώτη.

Στο παρεκκλήσιο των Κτιτόρων Συμεών, Θεοδώρου και Ευφροσύνης, βρίσκονται λειψανοθήκες με ιερά λείψανα πολλών αγίων, οι τίμιες κάρες των ιδρυτών της Μονής, καθώς και τμήμα από το λείψανο του Αγίου Χαραλάμπους, συγκεκριμένα το άφθαρτο αριστερό του χέρι σε στάση ευλογίας.

Η Ιερά Μονή εορτάζει και πανηγυρίζει σε τρεις βασικές ημερομηνίες: στις 15 Αυγούστου, την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου, την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, και στις 18 Οκτωβρίου, κατά τη γιορτή του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή και των Κτιτόρων Συμεών, Θεοδώρου και Ευφροσύνης, οπότε τελείται και Ιερά Αγρυπνία.

Το Μέγα Σπήλαιο δεν αποτελεί μόνο ένα σπουδαίο ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο, αλλά και ένα ζωντανό κέντρο πίστης και παράδοσης που έχει αντέξει στο πέρασμα των αιώνων. Η συμβολή της στην Ορθοδοξία, στην ιστορία του τόπου και στους εθνικούς αγώνες την καθιστά μοναδικό σημείο αναφοράς, που συνεχίζει μέχρι σήμερα να εμπνέει σεβασμό και κατάνυξη στους επισκέπτες και τους προσκυνητές της.