Συνδρομή

horiatika.press@gmail.com

ΒΟΥΝΑ (1920 x 100 px) (1)
previous arrow
next arrow
BOYNA (1920×500)
previous arrow
next arrow

Λευκοθέα: Το χωριό απ’ όπου περνούσαν τα τρένα

Το χωριό που συνδέεται με τον σιδηρόδρομο, αποτελεί έναν ξεχωριστό τόπο μνήμης και εξέλιξης στον Δήμο Νέας Ζίχνης

Η Λευκοθέα, ένα χωριό με μακρά ιστορική διαδρομή και ιδιαίτερη γεωγραφική θέση στον Δήμο Νέας Ζίχνης, συνδυάζει φυσική ομορφιά, ιστορικά ίχνη και έντονη σύνδεση με τον σιδηρόδρομο. Διατηρεί μέχρι και σήμερα στοιχεία που μαρτυρούν την πορεία και την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο. Η Λευκοθέα βρίσκεται σε υψόμετρο 180 μέτρων στις νοτιοανατολικές παρυφές του Μενοικίου Όρους, σε απόσταση 7 χιλιομέτρων ανατολικά της κωμόπολης, Νέα Ζίχνη και έχει προσαρτηθεί στον σημερινό Δήμο Νέας Ζίχνης.

Από το χωριό διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκη – Αλεξανδρούπολη, ενώ σε πολύ κοντινή απόσταση βρίσκεται ο ποταμός Αγγίτης. Οι κάτοικοί του προέρχονται από τα χωριά Λευκοθέα και Κρυοπηγή, δύο ερειπωμένοι πλέον οικισμοί που βρίσκονται ψηλότερα και βορειότερα του σημερινού χωριού, καθώς και λίγοι από το Μανδήλι.

Ο οικισμός προσαρτήθηκε το 1920 στη νεοσυσταθείσα κοινότητα Μανδηλίου, μαζί με τα χωριά Σκρίτζοβα-Σκοπιά και Τρεστενίτσα-Κρυοπηγή, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα αποσπάστηκε από την προηγούμενη κοινότητα και ορίστηκε έδρα της νέας κοινότητας Δρατσόβου. Το 1927 μετονομάστηκε σε Λευκοθέα και ο πληθυσμός του σύμφωνα με την απογραφή του 2021 είναι 248 κάτοικοι, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ήταν 295 κάτοικοι.

Δύο περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Λευκοθέας, συγκεκριμένα στο λόφο “Κλίτσα”, μαρτυρείται η ύπαρξη αρχαίου οικισμού, που ανήκε στη φυλετική περιοχή της Οδομαντικής. Στον λόφο σώζονται ερείπια κάστρου, ενώ στους γύρω λόφους βρέθηκαν αρχαίοι τάφοι που περιείχαν νομίσματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και, λίγο νοτιότερα, διακρίνονται τμήματα αρχαίου λιθόστρωτου δρόμου.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανήκε διοικητικά στον Καζά της Ζίχνας του Σαντζακίου των Σερρών, του Βιλαετίου της Θεσσαλονίκης. Στη δημογραφική μελέτη “Εθνογραφία των Βιλαετίων Αδριανούπολης, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης”, που εκδόθηκε το 1878 στην Κωνσταντινούπολη, εκτιμάται ότι το 1873 ο οικισμός αποτελούνταν από 59 σπίτια και 190 κατοίκους.

Σύμφωνα με τη γεωγραφική μελέτη “Οδοιπορικαί Σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Νέας Οροθετικής Γραμμής και Θεσσαλίας” του Nικόλαου Σχινά που εκδόθηκε το 1886 στην Αθήνα, ο πληθυσμός του οικισμού ήταν 150 πατριαρχικοί κάτοικοι. Η στατιστική μελέτη του Βούλγαρου Βασίλ Κάντσωφ, “Μακεδονία, Εθνογραφία και Στατιστική”, εκτιμά ότι το 1900 ο οικισμός είχε 300 κατοίκους.

Στην “Εθνολογική Στατιστική των Βιλαετίων Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου” του
Αθανάσιου Χαλκιόπουλου που εκδόθηκε το 1910 στην Αθήνα, αναφέρεται ότι το χωριό είχε 180 κατοίκους. Σε υπολογισμούς που εξέδωσε, το έτος 1919, η Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, προ του 1912 αναφέρονται 168 Έλληνες κάτοικοι.

Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, ο οικισμός περιήλθε στην ελληνική επικράτεια και κατά την ελληνική απογραφή του 1913 είχε πληθυσμό 168 κατοίκων. Το 1915, λίγο πριν από τη Β ́ Βουλγαρική Κατοχή, ο πληθυσμός ανέρχονταν σε 228 κατοίκους. Σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, τη δεκαετία του 1920 εγκαταστάθηκαν στη Λευκοθέα τουλάχιστον 20 οικογένειες προσφύγων.

Το χωριό εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960, έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Οι κάτοικοι μετεγκαταστάθηκαν σε κοντινή τοποθεσία νοτιοανατολικά, με χαμηλότερο υψόμετρο, σε απόσταση 2.5 χλμ., δίπλα από την Σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης.

Η Λευκοθέα αποτελεί έναν τόπο όπου η ιστορία συναντά τη μνήμη και την εξέλιξη. Από τους αρχαίους οικισμούς και τα ιστορικά ευρήματα έως τη μετεγκατάσταση των κατοίκων και τη σύνδεσή της με τον σιδηρόδρομο, το χωριό διατηρεί μια ξεχωριστή ταυτότητα που αναδεικνύει τη διαχρονική του σημασία για την περιοχή.

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 16 της εφημερίδας.